
Διανύουμε μια περίοδο ανεπανάληπτης κρίσης και μεγάλης παρακμής.
Η πρώτη μεταπολιτευτική περίοδος κλείνει σε συνθήκες ηθικής κατάρευσης. δεύτερη μεταπολιτευτική περίοδος επιχειρεί να θεμελιωθεί στο ασταθές έδαφος της ανασφάλειας και των γενικευμένων αβεβαιοτήτων.
Το πολιτικό σύστημα της χώρας εγκλωβισμένο στα πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά αδιέξοδα της μεταπολίτευσης βυθίζεται καθημερινά και περισσότερο στην ανυποληψία, την απαξίωση και την γενικευμένη περιφρόνηση.
Τα συνδικάτα , μέσα πάλης της εργατικής τάξης, παραπέουν.
Η ηθική του συνδικαλισμού και η ηθική της αλληλεγγύης έχουν εγκαταλειφθεί.
Το λαικό κίνημα έχει καθηλωθεί στην αδράνεια.
Στο μεταίχμιο δυο ιστορικών κύκλων ( εκείνου που σηματοδότησε την μεταπολίτευση του 1974 κια εκείνου μιας νέας μεταπολίτευσης που δεν έχει κάνει ακόμη αισθητή την παρουσία της) οι πολίτες της χώρας διακατέχονται από την διακαιολογημένη αίσθηση, ότι πολιτικοί κα η πολιτική χαρακτηρίζονται από αναξιοπιστία, ανειλικρίνεια, απουσία στόχων, έλλειψη οράματος και ιδεολογική σύγχυση.
Αριστερά και δεξιά βρίσκονται στον κυκλώνα μιας γενικευμένης αμφισβήτησης, αναφορικά με το τι εκπροσωπούν και ποια συμφέροντα υποστηρίζουν.
Τα θεμελιακά βάθρα του κοινοβουλευτικού μας συστήματος, οι συλλογικές ελευθερίες, δηλαδή, που εκφράζουν οι θεσμοί λαικής κυριαρχίας των πολιτών δοκιμάζονται από την παντοδυναμία και συχνά από την αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας.
Η κρίση του πολιτικού συστήματος έχει ήδη προσλάβει ενδημική μορφή και συνδέεται με την κρίση του ίδιου του κοινοβουλευτισμού μας και των θεσμών αντιπροσώπευσης.
Ασφαλώς το πρόβλημα δεν είναι μόνο Ελληνικό.
Είναι αντίθετα Ευρωπαικό και παγκόσμιο.
Τα σοσιαλιστικά , σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά ευρωπαικά κόμματα από δημιουργοί και εγγυητές των κατακτήσεων του εργατικού κινήματος για περισσότερο από ένα αιώνα, παραπαίουν ανάμεσα σ΄έναν ακατανόητο και ακατανίκητο ρεαλισμό που τα ταυτίζει και τα ενσωματώνει στο κυρίαρχο σύστημα και στην επαγγελία μιας χλωμής (όπως την είχε ονομάσει ο Α.Παπανδρέου) επανάστασης.
Η αριστερά, σοσιαλδημοκρατική και κομμουνιστική, είναι ελάχιστα διακριτή απέναντι σε μια δεξιά, η πίστη της οποίας στην ελεύθερη αγορά συμβαδίζει με την υστερική της αντίδραση στην κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους.
Το συμπέρασμα λοιπόν που προκύπτει είναι ότι τα κόμματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα , αλλά και στην Ευρώπη, έχουν χάσει ένα τεράστιο μέρος του νομιμοποιητικού τους αποθέματος και δεν μπορούν να αφομοιώσουν τις νέες συλλογικές ανάγκες που αναδείχτηκαν μέσα από τη λαίλαπα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.
Γι αυτό έχουν ωριμάσει οι συνθήκες και έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για την δημιουργία μιας μεγάλης πλουραλιστικής, πολυφωνικής, δημοκρατικής πλειοψηφικής Αριστεράς με βασικό κορμό το ΠΑΣΟΚ, το οποίο κανείς δεν μπορεί ν' αγνοήσει και κανείς δεν μπορεί να παρακάμψει.
Γιατί αν η ιστορική Αριστερά έχει καταγραφεί στις συνειδήσεις των προοδευτικών ανθρώπων , ως φορέας της κατεστραμμένης ουτοπίας και των χαμένων οραμάτων, τότε η νέα Αριστερά που αναφέρω παραπάνω, πρέπει να καταλάβει τη θέση της ως φορέας ενός νέου συλλογικού οράματος, για τολμηρές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές.







